Γιάννης ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
Να μη χαθεί άλλη μια ευκαιρία για τη ΔΕΘ, κάποιοι θέλουν η πόλη να μείνει πίσω
Η Θεσσαλονίκη για πολλά χρόνια έχασε ευκαιρίες λόγω καθυστερήσεων, αμφιταλαντεύσεων και έλλειψης αποφάσεων. Σήμερα υπάρχει μια μεγάλη ευκαιρία για την ανάπλαση της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, μέσα από ένα ώριμο σχέδιο, με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, μετρήσιμα μεγέθη και κυρίως με ενσωματωμένη τη θέση των πολιτών.
Η ανάπλαση της ΔΕΘ μπορεί να αποτελέσει ένα έργο-ορόσημο για την πόλη, με σύγχρονες εκθεσιακές και συνεδριακές υποδομές, με πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες και έναν εκτεταμένο χώρο πρασίνου. Έναν νέο αναπτυξιακό πυλώνα για τη Θεσσαλονίκη που θα ενισχύσει την εξωστρέφεια της και την οικονομική της δυναμική.
Είναι σαφές ότι η δημοκρατική έκφραση των πολιτών είναι απολύτως σεβαστή. Ωστόσο, ο σημερινός σχεδιασμός για τον εκθεσιακό μας φορέα δεν είναι μια πρόχειρη ή μονομερής πρόταση. Έχει προκύψει μέσα από διαβούλευση, έχει ενσωματώσει παρατηρήσεις και έχει προσαρμοστεί ώστε να απαντά σε πραγματικές ανάγκες της πόλης. Το ζητούμενο δεν είναι να παρακαμφθεί ο διάλογος, αλλά να μη χαθεί ξανά χρόνος.
Το Δημοτικό Συμβούλιο του δήμου Θεσσαλονίκης θα κληθεί αύριο να λάβει την απόφαση επί του αιτήματος που κατατέθηκε από την Οργανωτική Επιτροπή για τη διενέργεια δημοψηφίσματος. Μόνο που τα τοπικά δημοψηφίσματα πρέπει να διενεργούνται βάσει όσων προβλέπουν οι νόμοι και όχι όπως τους μεταφράζει μια ομάδα. Ήδη δύο φορές η αρμόδια Διεύθυνση του δήμου αποφάνθηκε πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη διενέργεια δημοψηφίσματος καθώς δεν μπορεί να γίνει η ταυτοποίηση χωρίς υπογραφές των 23.214 πολιτών, που συμφώνησαν στο αίτημα της Οργανωτικής Επιτροπής. Ένα αίτημα για δημοψήφισμα, όμως, που βασίστηκε στον αρχικό σχεδιασμό και όχι στο επικαιροποιημένο από τον Σεπτέμβριο του 2025 που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός. Όσο για το σκέλος του αιτήματος για μεταφορά στη Σίνδο, αυτό έχει κλείσει οριστικά από το ΔΙΠΑΕ, ενώ δεν υπάρχει καμία ώριμη τεχνική – οικονομική εκτίμηση, καμία μελέτη βιωσιμότητας για ένα τέτοιο εγχείρημα, ούτε εγκεκριμένος προϋπολογισμός.
Πώς γίνεται, λοιπόν, μια ομάδα να μιλά για «ακραία αντιδημοκρατική» και «αυταρχική καταπάτηση δικαιωμάτων» όταν η κυβέρνηση άκουσε τους προβληματισμούς της τοπικής κοινωνίας και προχώρησε στην αναπροσαρμογή του αρχικού σχεδιασμού; Μήπως τελικά η συγκεκριμένη ομάδα, φορώντας τον μανδύα δήθεν της συμμετοχικής δημοκρατίας, θέλει να κρατήσει την πόλη πίσω και ουσιαστικά να μην ακουστεί η φωνή των πολιτών που θέλει και τη ΔΕΘ στο κέντρο της πόλης και ένα μεγάλο μητροπολιτικό πάρκο;
Η ανάπλαση της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αστικές παρεμβάσεις των τελευταίων δεκαετιών για την πόλη. Δεν πρόκειται απλώς για έναν εκσυγχρονισμό εγκαταστάσεων, αλλά για έναν συνολικό επανασχεδιασμό του κέντρου της Θεσσαλονίκης, με σαφή περιβαλλοντικό, αναπτυξιακό και κοινωνικό χαρακτήρα.
Στον πυρήνα του σχεδιασμού βρίσκεται μια θεμελιώδης αλλαγή: η μετάβαση από έναν πυκνοδομημένο εκθεσιακό χώρο σε ένα ανοιχτό, λειτουργικό και φιλικό προς τον πολίτη αστικό πάρκο. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι περίπου το 70% της συνολικής έκτασης θα αποδοθεί σε μητροπολιτικό πάρκο, που αντιστοιχεί σε περίπου 120.000 τετραγωνικά μέτρα πρασίνου και ελεύθερων χώρων στο κέντρο της πόλης. Σήμερα, ο ίδιος χώρος διαθέτει μόλις περίπου 7.000 τετραγωνικά μέτρα διάσπαρτου πρασίνου. Η διαφορά είναι ουσιαστική και μετρήσιμη. Παράλληλα, μειώνεται δραστικά η δόμηση. Από τα 37 υφιστάμενα κτίρια, διατηρούνται μόλις επτά, μεταξύ των οποίων το Αλεξάνδρειο Μέλαθρο, ο Πύργος του ΟΤΕ και το Βελλίδειο, το οποίο αναβαθμίζεται σε σύγχρονο συνεδριακό κέντρο. Ο νέος εκθεσιακός πυρήνας περιορίζεται σε περίπου 41.500 τ.μ., καλύπτοντας τις πραγματικές ανάγκες της πόλης και της αγοράς.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο σχεδιασμός αποκλείει ρητά χρήσεις που θα αλλοίωναν τον δημόσιο χαρακτήρα του χώρου. Δεν προβλέπεται η κατασκευή ξενοδοχείων, εμπορικών κέντρων ή άλλων real estate αναπτύξεων. Ο χώρος παραμένει δημόσιος, ανοιχτός και προσβάσιμος, με σαφή προσανατολισμό στην ποιότητα ζωής των πολιτών. Στο ίδιο πλαίσιο, προβλέπεται η υπογειοποίηση των χώρων στάθμευσης, με περισσότερες από 600 σύγχρονες θέσεις, ώστε να αποσυμφορηθεί η κυκλοφορία και να αποδοθεί ο υπέργειος χώρος στους πολίτες. Ταυτόχρονα, η νέα ΔΕΘ σχεδιάζεται ως ένας πολυχρηστικός προορισμός, που θα λειτουργεί καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Η χρηματοδότηση του έργου διασφαλίζεται σε σημαντικό βαθμό από δημόσιους πόρους, με τουλάχιστον 120 εκατομμύρια ευρώ να προέρχονται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, γεγονός που ενισχύει τον δημόσιο χαρακτήρα της παρέμβασης και περιορίζει την ανάγκη για ιδιωτική εκμετάλλευση.
Η ανάπλαση της ΔΕΘ θα προχωρήσει με σχέδιο, με σεβασμό στην πόλη και με ευθύνη απέναντι στο μέλλον της.